Εισαγγελέας Αρείου Πάγου: Ξεκάθαρη αναφορά στον όρο «γυναικοκτονία»


Με οδηγίες προς τους εισαγγελείς όλης της χώρας επανέρχεται στο ζήτημα αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Βασίλης Πλιώτας.

Ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός κάνει και καθαρή αναφορά στον όρο «γυναικοκτονία», ανοίγοντας την συζήτηση για την «ανάγκη διακριτής τυποποιημένης ποινικής πρόβλεψης ή και η αναγωγή αυτής ως διακεκριμένης παραλλαγής της ανθρωποκτονίας του άρθρου 299 ΠΚ». Την ίδια στιγμή ζητά μεταξύ άλλων ζητά να δίνεται προτεραιότητα στην εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων, αλλά και σε περιπτώσεις ποινικής διαμεσολάβησης ο αρμόδιος εισαγγελέας να παρακολουθεί επισταμένως την τήρηση των τεθέντων όρων από τον φερόμενο ως υπαίτιο ενδοοικογενειακής βίας.

Ο κ. Πλιώτας διαπιστώνει στην 7 σελίδων εγκύκλιό του, πως παρά την σχετική επάρκεια του νομικού μας πλαισίου, διαπιστώνεται η έξαρση των εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας, με ποικίλες, καινοφανής και ποιοτικά μεταλλαγμένες μορφές εμφανίσεις τους, κυρίως σε βάρος των γυναικών. «Με συχνότητα πλέον, σχετικές απαξιωτικές συμπεριφορές διακρίνονται από ανησυχητική, εντεινόμενη και άμετρη βία. Δεν είναι λίγες οι φορές που εξελίσσονται ακόμη και σε κατάφορη περιφρόνηση και αυτού του υπέρτατου όλων έννομου αγαθού της ζωής, με ακραίες, δυσνόητες, χωρίς αναστολές, απεχθείς και με ιδιαίτερη σκληρότητα ανθρωποκτονίες που συνταράσσουν την κοινωνία» σχολιάζει ο κ. Πλιώτας.

Ο όρος γυναικοκτονία

Ειδική μνεία κάνει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στις δολοφονίες γυναικών, κάνοντας σαφή αναφορά στον όρο γυναικοκτονία.

«Οι περιπτώσεις αφαίρεσης της ζωής γυναίκας, ιδίως από σεξιστικά κίνητρα, «λόγους τιμής», σκοπούς εμπορίας ανθρώπων και οικονομική εκμετάλλευση, αποδίδονται με τον όρο «γυναικοκτονία» και γίνεται λόγος για ανάγκη διακριτής τυποποιημένης ποινικής πρόβλεψης ή και η αναγωγή αυτής ως διακεκριμένης παραλλαγής της ανθρωποκτονίας του άρθρου 299 ΠΚ» αναφέρει ο κ. Πλιώτας.
Μάλιστα, όπως συμπληρώνει, «διεθνώς, σε αρκετές χώρες υιοθετήθηκε και νομοθετικά η θεώρηση αυτή. Η θλιβερή πραγματικότητα που βιώνουμε, αξιώνει επιτακτικά, στα πλαίσια της λειτουργικής αρμοδιότητας και αποστολής για την τήρηση της νομιμότητας και την προστασία των πολιτών, και την δική σας, υπερβάλλουσα εγρήγορση, σημαντική παρέμβαση και συμβολή».
Ο ίδιος ζητά από τους εισαγγελείς να λειτουργούν οιονεί προληπτικά και συνεπώς και αποτρεπτικά και να εξαντλούν κάθε νομική δυνατότητα για να αντιμετωπίζονται με τον αρμόζοντα δραστικό τρόπο και με ικανοποιητικά αποτελέσματα οι εκδηλώσεις ενδοοικογενειακής βίας, ήδη από το πρώιμο στάδιο εμφάνισής τους, «κυρίως εκτός των άλλων, και με τη δημιουργία όρων αποφόρτισης, μείωσης της έντασης και παρεμπόδισης δυσμενέστερης εξέλιξης».

Οι πέντε άξονες οδηγιών

Με την επισήμανση ότι στην σύγχρονη αντεγκληματική πολιτική αναγνωρίζεται ως σημαντικός παράγοντας επιτυχίας και η εκ των προτέρων γνώση από τον υποψήφιο δράστη, ότι εφόσον τελικά παραβεί τον ποινικό νόμο θα τύχει της δέουσας απάντησης από την οργανωμένη πολιτεία (θα διακριβωθεί η ταυτότητα του, θα συλληφθεί, θα δικαστεί σύντομα και θα του επιβληθεί η προβλεπόμενη ποινή, η οποία οπωσδήποτε θα εκτελεστεί), ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δίνει πέντε κατευθυντήριες γραμμές προς τους εισαγγελείς της χώρας.

1. Στις ακροάσεις πολιτών να επιδεικνύετε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αυξημένη προσοχή στις αιτιάσεις και τα παράπονα, προσώπων, που τις περισσότερες φορές είναι γυναίκες, όταν εμφανίζονται ως θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Επιβάλλεται τα πρόσωπα αυτά να προσεγγίζονται με διακριτικότητα και σεβασμό της αξιοπρέπειας τους, να υποστηρίζονται και να ενθαρρύνονται στην καταγγελία βίαιης σε βάρος τους συμπεριφοράς. Άμεσα στη συνέχεια θα πρέπει να προβαίνετε στις προβλεπόμενες νομικές ενέργειες για την βεβαίωση αξιόποινης συμπεριφοράς, ενεργώντας συγχρόνως για την αποκλιμάκωση της έντασης και απομάκρυνση του κινδύνου περαιτέρω αρνητικών εξελίξεων. Εκτιμώντας δε και τις ιδιαίτερες συνοδευτικές περιστάσεις κάθε περίπτωσης, να απευθύνεται σαφής και ορισμένες οδηγίες προς τους αστυνομικούς ανακριτικούς υπαλλήλους και να ζητάτε την ενεργοποίηση, την συνδρομή, την ενασχόληση και την επιμέλεια των θεσμοθετημένων δομών των κοινωνικών υπηρεσιών. Δεν πρέπει, να σας διαφεύγει ότι ο Ν.3500 / 2006 και οι συναφείς διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα έχουν σκοπό να προστατέψουν τον ορισμένο κύκλο προσώπων και δε νοείται παρέμβαση που να είναι αυθαίρετη ή να θιγεί την και συνταγματικά προστατευόμενη ιδιωτική και οικογενειακή ζωή των ατόμων.

2. Στις περιπτώσεις τέλεσης στα όρια του αυτοφώρου πλημμελημάτων ενδοοικογενειακής βίας (σωματικής βλάβης, απειλής, παράνομης βίας), πρέπει να ακολουθείται ο κανόνας με την σύλληψη του δράστη, την προσαγωγή του στον εισαγγελέα, την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης και την άμεση παραπομπή του στο ποινικό ακροατήριο, εκτός εάν δικονομικοί ή άλλοι εξαιρετικοί λόγοι εμποδίζουν την διαδικασία αυτή. (…) Σε περίπτωση μη εφαρμογής της αυτόφωρης διαδικασίας ο δράστης δεν αποθαρρύνεται ούτε αποτρέπεται αποτελεσματικά από το να υπερβαίνει τους φραγμούς της νομιμότητας και να είναι πιο ευχερές πλέον σε αυτόν, να εκδηλώνει για ακόμη μια φορά τη βίαιη – αξιόποινη συμπεριφορά του εναντίον αδύναμων ατόμων με τα οποία (θα συνεχίσει να) συνοικεί.

3. Όταν με τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων εφαρμοστεί η διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης, ο αρμόδιος για τα θέματα ενδοοικογενειακής βίας εισαγγελικός λειτουργός παρακολουθεί επισταμένως την τήρηση των τεθέντων όρων από τον φερόμενο ως υπαίτιο ενδοοικογενειακής βίας και θα πρέπει να επιλαμβάνεται τάχιστα όταν αυτός δεν συμμορφώνεται με τους όρους.
4.Οι συναφείς ποινικές υποθέσεις που εισάγονται στο ακροατήριο, θα προσδιορίζονται, σύμφωνα και με την σπουδαιότητα τους, κατά προτεραιότητα και κατά την κατανομή τους στο έκθεμα θα προτάσσονται στην αρίθμηση για να αποφεύγεται η αναβολή εκδίκασης τους, εξαιτίας του γνωστού λόγω της παρέλευσης ωραρίου. Μετά από αναβολή της υπόθεσης, εφόσον το δικαστήριο παρέλειψε το προσδιορισμό της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, θα ενεργούνται τα ανάλογα.

5. Στις περιπτώσεις στις οποίες τα θύματα πράξεων ενδοοικογενειακής βίας είναι ανήλικοι, ισχύουν και ειδικότερες οδηγίες που έχουμε ήδη απευθύνει και είναι αναρτημένες στην ιστοσελίδα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.

Πηγή
Νεότερη Παλαιότερη