Κολομβία: Το κράτος καταδικάστηκε για την απαγωγή και τον βιασμό μιας ρεπόρτερ πριν από 21 χρόνια


Τα γεγονότα αυτά «δεν θα μπορούσαν να λάβουν χώρα χωρίς τη συγκατάθεση και τη συνεργασία του κράτους, ή τουλάχιστον χωρίς την ανοχή του», αποφάνθηκε το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε την Δευτέρα 18 Οκτωβρίου, «ευθύνες» του κράτους της Κολομβίας για το μαρτύριο της Τζινέθ Μπεντόγια Λίμα, δημοσιογράφου η οποία απήχθη, βιάστηκε και βασανίστηκε το 2000 από ακροδεξιούς παραστρατιωτικούς.

Το κολομβιανό κράτος κρίθηκε ένοχο διότι «δεν ερεύνησε τις απειλές που είχε δεχθεί» η δημοσιογράφος, η οποία έκανε έρευνα για εγκληματικό δίκτυο, τόνισε στην ανακοίνωση Τύπου για την απόφασή του το ανεξάρτητο δικαστικό όργανο του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (ΟΑΚ), η έδρα του οποίου βρίσκεται στο Σαν Χοσέ, στην Κόστα Ρίκα.

Καταδικάστηκε για «παραβίαση των δικαιωμάτων σε δικαστικές εγγυήσεις, σε δικαστική προστασία και στην ισότητα έναντι του νόμου», καθώς επέδειξε «έλλειψη βούλησης για τη διενέργεια ερευνών», αναφέρει η ετυμηγορία του ΔΔΑΔ.

Η Τζινέθ Μπεντόγια, ηλικίας 47 ετών σήμερα, εργαζόταν για την εφημερίδα El Espectador όταν ομάδα παραστρατιωτικών την απήγαγε την 25η Μαΐου 2000 μπροστά στη φυλακή Λα Μοδέλο, στην πρωτεύουσα της Κολομβίας. Η νεαρή ρεπόρτερ βιάστηκε και βασανίστηκε για δεκαέξι ώρες, προτού οι απαγωγείς της να την πετάξουν στην άκρη δρόμου.

Έκανε έρευνα για δίκτυο διακίνησης όπλων στη φυλακή όταν απήχθη, με τη συνέργεια κρατικών λειτουργών, ειδικά στρατηγού της αστυνομίας «με επιρροή».

Τα γεγονότα αυτά «δεν θα μπορούσαν να λάβουν χώρα χωρίς τη συγκατάθεση και τη συνεργασία του κράτους, ή τουλάχιστον χωρίς την ανοχή του», αποφάνθηκε το δικαστήριο.

Τον Μάρτιο, το ΔΔΑΔ έδωσε εντολή στο κράτος της Κολομβίας να εγγυηθεί «άμεσα» την ασφάλεια της δημοσιογράφου και της μητέρας της, που δέχονται το τελευταίο διάστημα και πάλι απειλές. Σε εκείνη τη διαδικασία, αντιπρόσωπος του κολομβιανού κράτους είχε ζητήσει συγγνώμη από τη δημοσιογράφο.

Οι παραστρατιωτικοί, ορισμένοι από τους οποίους έχουν καταδικαστεί για την επίθεση σε βάρος της, ανήκαν σε ακροδεξιά τάγματα που πολεμούσαν εναντίον αριστερών ανταρτών στην Κολομβία ωσότου –επισήμως– αφοπλίστηκαν και διαλύθηκαν εν έτει 2006.

«Η 18η Οκτωβρίου 2021 θα μείνει στην ιστορία ως η ημέρα που ένας αγώνας, που άρχισε εξαιτίας ενός εγκλήματος σε βάρος ενός προσώπου, οδήγησε στη δικαίωση των δικαιωμάτων χιλιάδων γυναικών, θυμάτων σεξουαλικής βίας, και γυναικών δημοσιογράφων που έχασαν μέρος της ζωής τους στη δουλειά τους», ανέφερε σε ανάρτηση στον λογαριασμό της στο Twitter (@jbedoyalima) η ρεπόρτερ, η οποία έλαβε το 2020 το παγκόσμιο βραβείο της UNESCO για την ελευθερία του Τύπου.

Η Κολομβία «αποδέχεται πλήρως την καταδίκη», ήταν η αντίδραση του συντηρητικού προέδρου Ιβάν Ντούκε, επίσης μέσω Twitter. Η κυρία Λίμα «δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε απαχθεί και βασανιστεί», αναγνώρισε σε άλλη ανάρτησή του.

Το Ίδρυμα για την Ελευθερία του Τύπου (Fundación para la Libertad de Prensa, FLIP) χαιρέτισε την απόφαση του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κρίνοντας πως «άξιζε» στη δημοσιογράφο, η οποία «αγωνιζόταν ακούραστα για να αποδοθεί δικαιοσύνη επί είκοσι και πλέον χρόνια».


 Με πληροφορίες από: ΑΠΕ – ΜΠΕ

Νεότερη Παλαιότερη